Υπάρχουν στιγμές στην πολιτική ζωή μιας χώρας που το πρόβλημα παύει να είναι απλώς η διαχείριση μιας ακόμα δύσκολης επικαιρότητας και γίνεται κάτι βαθύτερο: κρίση αξιοπιστίας. Και αυτό ακριβώς μοιάζει να συμβαίνει τις τελευταίες ημέρες στην Ελλάδα.
Οι εξελίξεις γύρω από τον ΟΠΕΚΕΠΕ, οι παραιτήσεις κυβερνητικών στελεχών, η πίεση που ασκείται από τις ευρωπαϊκές αρχές, οι κοινοβουλευτικές προεκτάσεις της υπόθεσης και οι γρήγορες πολιτικές κινήσεις που ακολούθησαν, δεν συνθέτουν απλώς ένα ακόμα επεισόδιο φθοράς για την κυβέρνηση. Συνθέτουν μια εικόνα που ακουμπά στον πυρήνα του ελληνικού προβλήματος: τη δυσκολία του πολιτικού συστήματος να πείσει ότι μπορεί να λειτουργήσει με θεσμική σοβαρότητα, διαφάνεια και πραγματική λογοδοσία.
Η κυβέρνηση επιχείρησε να απαντήσει με τον παραδοσιακό τρόπο κάθε εξουσίας που πιέζεται. Με αλλαγές προσώπων, με μήνυμα επανεκκίνησης, με μια προσπάθεια να δείξει ότι ακούει το πολιτικό μήνυμα και κινείται γρήγορα. Όμως όσο χρήσιμη κι αν είναι μια τέτοια αντίδραση στο επίπεδο της εικόνας, δεν απαντά στο ουσιαστικό ερώτημα που πλέον αιωρείται όλο και πιο έντονα: πρόκειται για μεμονωμένες πολιτικές αστοχίες ή για κάτι πολύ πιο βαθύ, που αφορά τον τρόπο με τον οποίο το κράτος εξακολουθεί να λειτουργεί;
Γιατί η αλήθεια είναι ότι η χώρα έχει κουραστεί να ακούει ξανά και ξανά την ίδια υπόσχεση. Ότι “αυτή τη φορά” το σύστημα θα καθαρίσει, ότι “αυτή τη φορά” θα υπάρξει κάθαρση, ότι “αυτή τη φορά” οι θεσμοί θα λειτουργήσουν χωρίς κομματικά φίλτρα. Κι όμως, κάθε τόσο η πραγματικότητα επιστρέφει για να θυμίσει πως κάτω από τη βιτρίνα του εκσυγχρονισμού, επιμένουν να επιβιώνουν λογικές παλιές, πελατειακές και βαθιά ριζωμένες.
Το πρόβλημα δεν είναι απλώς η ύπαρξη ενός σκανδάλου. Σκάνδαλα υπήρξαν και θα υπάρξουν σε κάθε πολιτικό σύστημα. Το πραγματικό ζήτημα είναι τι αποκαλύπτει κάθε φορά ένα τέτοιο σκάνδαλο για την ποιότητα της δημοκρατίας, για τις αντοχές των θεσμών και για το πραγματικό επίπεδο πολιτικής λογοδοσίας. Και αυτό που αποκαλύπτεται σήμερα δεν είναι καθόλου καθησυχαστικό.
Γιατί η υπόθεση αυτή δεν χτυπά μόνο την εικόνα μιας κυβέρνησης. Χτυπά κάτι πολύ πιο σοβαρό: την ήδη εύθραυστη εμπιστοσύνη των πολιτών προς το πολιτικό σύστημα συνολικά. Ο μέσος πολίτης δεν παρακολουθεί αυτές τις εξελίξεις μόνο με κομματικά γυαλιά. Τις παρακολουθεί με ένα μίγμα θυμού, κόπωσης και απογοήτευσης. Ακούει για δικογραφίες, για ευρωπαϊκές παρεμβάσεις, για κοινοτικά κονδύλια, για παραιτήσεις, για ανασχηματισμούς, και μέσα του δυναμώνει η υποψία ότι τίποτα ουσιαστικό δεν αλλάζει ποτέ πραγματικά.
Αυτό είναι ίσως το πιο επικίνδυνο σημείο της σημερινής συγκυρίας. Όχι μόνο η ένταση της αντιπαράθεσης, αλλά η σταδιακή κανονικοποίηση της δυσπιστίας. Το να συνηθίζει δηλαδή η κοινωνία σε μια μόνιμη αίσθηση θεσμικής αστάθειας και πολιτικής καχυποψίας. Να μην εξοργίζεται πλέον, αλλά να κουράζεται. Να μη σοκάρεται, αλλά να απομακρύνεται. Και όταν μια κοινωνία παύει να πιστεύει ότι οι θεσμοί μπορούν να λειτουργήσουν έντιμα και αποτελεσματικά, τότε το πρόβλημα παύει να είναι συγκυριακό. Γίνεται δημοκρατικό.
Από την άλλη πλευρά, ούτε η αντιπολίτευση μοιάζει μέχρι στιγμής ικανή να μετατρέψει τη φθορά της κυβέρνησης σε πειστική εναλλακτική πρόταση εξουσίας. Η επιθετική ρητορική, οι εκκλήσεις για θεσμικές πρωτοβουλίες και οι υψηλοί τόνοι δημιουργούν πίεση, αλλά δεν αρκούν από μόνοι τους. Η κοινωνία δεν ζητά μόνο καταγγελία. Ζητά αξιοπιστία, σοβαρότητα και ένα καθαρό σχέδιο για την επόμενη μέρα. Και αυτή η αίσθηση εξακολουθεί να μην παράγεται με την ένταση που θα περίμενε κανείς σε μια τέτοια συγκυρία.
Έτσι, η πολιτική σκηνή μοιάζει ξανά παγιδευμένη σε ένα γνώριμο ελληνικό αδιέξοδο. Από τη μία, μια κυβέρνηση που πιέζεται σοβαρά και δοκιμάζεται στο πιο ευαίσθητο πεδίο, αυτό της θεσμικής αξιοπιστίας. Από την άλλη, μια αντιπολίτευση που εντοπίζει σωστά το τραύμα, αλλά δεν έχει πείσει ακόμη ότι μπορεί να εκφράσει με επάρκεια τη θεραπεία. Και στο βάθος, μια κοινωνία που παρακολουθεί ολοένα και πιο δύσπιστη.
Η ειρωνεία της υπόθεσης είναι ότι όλα αυτά συμβαίνουν σε μια περίοδο που η χώρα θα ήθελε να εκπέμπει σταθερότητα, ωριμότητα και εικόνα κανονικότητας. Θα ήθελε να πείσει ότι αφήνει πίσω της τις παλιές παθογένειες και ότι μπαίνει σε μια νέα εποχή θεσμικής και οικονομικής αυτοπεποίθησης. Όμως τέτοιες κρίσεις έρχονται να υπενθυμίσουν πως η πραγματική πρόοδος δεν μετριέται μόνο με δείκτες, επενδύσεις ή αναβαθμίσεις. Μετριέται και με το αν οι πολίτες νιώθουν ότι το κράτος λειτουργεί με καθαρούς κανόνες για όλους.
Και αυτό είναι το μεγάλο στοίχημα των ημερών. Όχι απλώς αν η κυβέρνηση θα περιορίσει την πολιτική ζημιά. Όχι μόνο αν η αντιπολίτευση θα βρει κοινό βηματισμό. Αλλά αν θα υπάρξει επιτέλους μια ειλικρινής παραδοχή ότι το ζήτημα δεν είναι επικοινωνιακό. Είναι θεσμικό.
Η διαφάνεια δεν μπορεί να είναι σύνθημα ευκαιρίας. Η λογοδοσία δεν μπορεί να ενεργοποιείται μόνο όταν το απαιτούν οι συνθήκες. Και η αξιοπιστία δεν αποκαθίσταται με μια αλλαγή προσώπων ή με έναν ανασχηματισμό. Αποκαθίσταται μόνο όταν το πολιτικό σύστημα δείξει ότι έχει τη βούληση να συγκρουστεί πραγματικά με τις παθογένειες που το ίδιο συχνά αναπαράγει.
Η πολιτική, τελικά, δεν κρίνεται μόνο στην κάλπη. Κρίνεται πολύ νωρίτερα, στη λεπτή αλλά καθοριστική σχέση εμπιστοσύνης ανάμεσα στον πολίτη και στους θεσμούς. Και αυτή η σχέση, τις τελευταίες ημέρες, δείχνει ξανά τραυματισμένη.
Το ερώτημα δεν είναι αν το πολιτικό σύστημα θα βρει τρόπο να επιβιώσει. Συνήθως τον βρίσκει. Το ερώτημα είναι αν θα βρει τρόπο να γίνει ξανά πειστικό. Και αυτό, σήμερα, μοιάζει πολύ πιο δύσκολο.

